«Έγινα επαγγελματίας φωτογράφος το πρωί που γεννήθηκε ο γιος μου Σεθ»
David Gahr
O Gahr μας άφησε ένα από τα πλουσιότερα φωτογραφικά έργα όλων των εποχών. Ξεκίνησε ως αποθηκάριος στο δισκοπωλείο Sam Goody's στο κέντρο του Μανχάταν. Το χόμπι της φωτογραφίας τον οδήγησε να φωτογραφίζει πολλούς από τους αστέρες της μουσικής που έμπαιναν στο κατάστημα, συχνά απευθείας από τα τζαζ κλαμπ της West 52nd Street. Έγινε επαγγελματίας φωτογράφος το 1958, όταν η ικανότητά του στο πορτραίτο αναγνωρίστηκε από τον ιδρυτή της Folkways Records, Moses Asch.
Φωτογράφισε πολλά εξώφυλλα δίσκων της Folkways η οποία είχε συμβόλαια με πολλούς σημαντικούς καλλιτέχνες της φολκ μουσικής στη δεκαετία του 1960 οι οποίοι θα επηρέαζαν αργότερα την αμερικάνικη λαϊκή μουσική και κουλτούρα για τα επόμενα 40 χρόνια.
Η φωτογραφία του Gahr αποτυπώνει τη ποίηση και τη ψυχή των καλλιτεχνών. Το έργο του διατήρησε την αυθεντικότητα της νέας γενιάς γι'αυτό και έγινε ένας από τους πιο περιζήτητους φωτογράφους της μουσικής βιομηχανίας.
Η αξιοθαύμαστη δουλειά του Gahr περιελάμβανε πορτραίτα αλλά και φωτορεπορτάζ. 'Ηθελε να εξυψώνει τους καλλιτέχνες και όχι απλά να τους αποτυπώνει, όπως τον Bob Dylan - τον οποίο απεικόνιζε στα Newport Folk Festivals των αρχών της δεκαετίας του 1960 και έβγαλε τις φωτογραφίες για το άλμπουμ «Love and Theft» του 2001 αλλά και τα εκφραστικά πορτραίτα της Janis Joplin το 1988.
Απαθανάτισε έναν "ζόρικο" Miles Davis, με την τρομπέτα στα χείλη, για το εξώφυλλο του άλμπουμ «A Tribute to Jack Johnson» του 1970 και έναν "σκεπτόμενο" Bruce Springsteen για το εξώφυλλο του άλμπουμ «The Wild, the Innocent & the E Street Shuffle» του 1973.
Το βιβλίο του Gahr με κείμενα του Robert Shelton, «The Face of Folk Music» (Citadel Press, 1968), είναι ένα εξαντλητικό χρονικό της ανόδου του «folk κινήματος» της δεκαετίας του 1960, όπως το αποκάλεσε ο Shelton, που περιέχει εκατοντάδες ασπρόμαυρες φωτογραφίες μουσικών εντός και εκτός σκηνής, μεταξύ των οποίων ο κ. Dylan, η Joan Baez, ο Pete Seeger, η Judy Collins, ο Buddy Guy, ο Junior Wells, ο Phil Ochs, η Mary Travers, ο Johnny Cash και ο Sonny Terry. Το βιβλίο παραμένει μοναδικό και είναι μια μαρτυρία για έναν κόσμο που ο Gahr όχι μόνο κατέγραψε αλλά και έζησε.
Ο David Gahr γεννήθηκε στις 18 Σεπτεμβρίου του 1922 στο Μιλγουόκι όπου μεγάλωσε σε μια γειτονιά με έγχρωμους αμερικάνους και έτσι ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με τα μπλουζ και τη τζαζ. Οι γονείς του, Max και Yetta, ήταν μετανάστες από τη Ρωσία - ο πατέρας του ήταν πλανόδιος πωλητής. Πήρε πτυχίο και μεταπτυχιακό στα οικονομικά από το Πανεπιστήμιο του Ουισκόνσιν στο Μάντισον και έγινε υποψήφιος διδάκτορας στο Κολούμπια. Παντρεύτηκε και για να συντηρήσει την οικογένειά του εργάστηκε στο δισκοπωλείο του Sam Goody, όπου φωτογράφιζε τους διάσημους μουσικούς που έρχονταν ως πελάτες. Τον προσκάλεσαν να ενταχθεί στο προσωπικό του περιοδικού The New Republic στην Ουάσιγκτον, γράφοντας για οικονομικά θέματα, αλλά ακολούθησε τη φωτογραφία και τη μουσική όπου τον κέρδισαν ολοκληρωτικά.
David Gahr and Miles Davis
«Έγινα επαγγελματίας φωτογράφος το πρωί που γεννήθηκε ο γιος μου, ο Σεθ», δήλωσε στο περιοδικό F.Y.I., μια έκδοση του Time και Life, όπου ολοκλήρωσε περισσότερες από 2.000 φωτογραφίσεις για αυτά τα περιοδικά.
Το portfolio του Gahr δεν περιοριζόταν μόνο στη μουσική. Πέρασε ένα μεγάλο μέρος της δεκαετίας του 1960 έως και τα μέσα της δεκαετίας του 1970 με φωτογραφίσεις για το περιοδικό Time, πολλές από τις οποίες αφορούσαν θέματα σχετικά με την τέχνη. Εργάστηκε επίσης και για το Life αργότερα δε και για το People. Φωτογράφισε τους Robert Rauschenberg, Jasper Johns, Claes Oldenburg, Salvador Dalí, Willem de Kooning και Georgia O'Keeffe. Φωτογράφισε επίσης τα εξώφυλλα των βιβλίων του John Cheever και του Arthur Miller.
πηγές: New York Times, Sonic Editions
επιμέλεια: J.Eco