Ο Μάνθος έγινε γνωστός στο πανελλήνιο όταν φωτογράφισε την συμμορία του λήσταρχου Θωμά Γκαντάρα η οποία έμεινε ιστορική, διότι ήταν η πρώτη φορά που
φωτογραφήθηκαν ληστές στο φυσικό τους περιβάλλον και εν ζωή. Το 1923 ο Γκαντάρας βρέθηκε με τον Μάνθο σε ένα χωριό όταν ο δεύτερος πήγε να
φωτογραφίσει έναν γάμο. Εκεί κανόνισαν να γίνει η φωτογράφιση. Δέν ήταν
όμως κάτι εύκολο γιατί χρειαζόταν η άδεια της χωροφυλακής. Κατάφερε όμως να πάρει έγκριση χωρίς να αποκαλύψει σε ποιό μέρος θα πάει.
Ο Μάνθος με όλα τα φωτογραφικά εργαλεία του, πήγε στο σημείο
συνάντησης με τον Γκαντάρα. Οι ληστές, αφού βεβαιώθηκαν πως δεν τον
παρακολουθεί κανείς, τον απήγαγαν και τον οδήγησαν με κλειστά μάτια στο λημέρι τους.
Ο Μάνθος έμεινε μαζί τους μερικές μέρες όπου τους απαθανάτισε σε διάφορες στιγμές της ζωής τους.
Στο
βουνό ο φωτογράφος είχε πάρει μαζί του όλον τον εξοπλισμό που
χρειαζόταν για την εμφάνιση και το τύπωμα των φωτογραφιών, τις οποίες
και παρέδωσε στους ληστές.
'Ολο το υλικό (αρνητικά και φωτογραφίες) υπάρχει μέχρι σήμερα στο φωτογραφείο του Θανάση Μάνθου εγγονού του, στα Τρίκαλα.
Ο Γκαντάρας ποτέ δεν κατέβηκε στην πόλη των Τρικάλων για να
φωτογραφηθεί, όπως παρουσιάζεται στην ταινία μικρού μήκους του Βασίλη
Κοσμόπουλου, ποιητική αδεία.
Ο λήσταρχος Θωμάς Καντάρας (ή Γκαντάρας) επικαλούμενος και ως "Μαύρος
Λήσταρχος" καταγόταν από την Άκρη Ελασσόνας και έδρασε κυρίως στα
Χάσια. Βγήκε «κλέφτης», στο κλαρί τον Ιούλιο του 1918 μαζί με τον
σύντροφό του Γεώργιο Βελώνη είχε λιποτακτήσει από τον Στρατό για
να σκοτώσει τον τσιφλικά Θ. Μόσιου στην Βαλανίδα Ελασσόνας, επειδή
αυτός είχε βιάσει τη σύζυγό του.
Λίγο αργότερα οι Καντάρας και Βελώνης πιάστηκαν και στις 21 Ιουλίου
1919 το στρατοδικείο της Λάρισας τους επέβαλε ποινή κάθειρξης 14 ετών.
Στις
21 Νοεμβρίου 1921 ο Θωμάς Καντάρας δραπέτευσε από τις φυλακές της
Λάρισας σκάβοντας μια τρύπα στο κελί του και βγήκε στην τουαλέτα, απ'
όπου και δραπέτευσε με τον Πέτρο Γκανάτσιο και τον νεαρό Περικλή
Παπαγεωργίου από το Λουτρό Ελασσόνας.
Θωμάς Γκαντάρας και Περικλής Παπαγεωργίου
φωτογραφία: Μάνθος Αθανάσιος
Ένα χρόνο αργότερα το κεφάλι του επικηρύχθηκε. Η επικήρυξη για το κεφάλι του Καντάρα ήταν 40.000 δρχ !!! ποσό πάρα πολύ μεγάλο για το 1922.
Ο Περικλής Παπαγεωργίου έγινε το πρωτοπαλίκαρό του στη συμμορία που συνέστησε.
Ένας άλλος λήσταρχος της εποχής εκείνης, ο Φώτης Γιαγκούλας, υπήρξε στενός φίλος και συνεργάτης του Καντάρα.
Ο Θωμάς Καντάρας είχε έναν αδερφό επίσης ληστή, τον Γεώργιο Καντάρα,
που σκοτώθηκε το Φεβρουάριο του 1920 στην θέση Κουμαριά Ελασσόνας, σε
σύγκρουση με καταδιωκτικά αποσπάσματα. Μαζί του χάθηκε και ο ληστής
Μανάτσας.
Ο Θωμάς Καντάρας, σκοτώθηκε στην θέση Οξιά της Δεσκάτης Γρεβενών,
κοντά στο Μαυρέλι, στις 5 Αυγούστου του 1923, από τον Γεώργιο Σιακαβάρα,
ο οποίος συμμετείχε στο απόσπασμα που τον καταδίωκε.
Το κεφάλι του
Καντάρα κόπηκε, μεταφέρθηκε στο Γερακάρι και κατόπιν εκτέθηκε σε κοινή
θέα στην Καλαμπάκα στις 6 Αυγούστου 1923, για παραδειγματισμό. Ύστερα από την εξόντωση του, η συμμορία του σιγά σιγά διαλύθηκε.
Θωμάς Γκαντάρας
φωτογραφία: Mάνθος Αθανάσιος
Ο Γκαντάρας παντρεύτηκε με την Σουλτάνα που καταγόταν από το Μέγαρο Γρεβενών και απέκτησε δύο κόρες, που μεγάλωσαν σε δύο διαφορετικές οικογένειες. Η μία δόθηκε στον Θανάση, αδερφό του Θωμά και η άλλη σε ανάδοχη οικογένεια στην Καλαμπάκα. Οι δύο αδερφές συναντήθηκαν για πρώτη φορά το 1998, σε ηλικία 79 χρονών η μία και 80 η άλλη.
Η φωτογράφιση της ληστοσυμμορίας του Θ. Γκαντάρα από τον Αθανάσιο
Μάνθο αποτέλεσε και αντικείμενο της λογοτεχνίας. Ο Χασιώτης ποιητής Χρ.
Μπράβος έγραψε το ακόλουθο ποίημα, το οποίο μελοποιήθηκε από τον
Λαρισαίο τραγουδοποιό Θανάση Παπακωνσταντίνου.
Ο τοπικός φωτογράφος ξαφνικά, δέχεται μια επίσκεψη από έναν
θρυλικό ληστή. Παρά το γεγονός ότι καταζητείται με αμοιβή, ο ηρωικός
παράνομος αφήνει τα βουνά και αποφασίζει να φωτογραφηθεί.
Ο φωτογράφος των Τρικάλων Α. Μάνθος
έπαιρνε νύχτα τα στενά για το Βαρούσι.
Τους γάμους θα σκεφτόταν ως το σπίτι του
και τους θανάτους, που εκράτησε για πάντα.
Μα πιο πολύ στο βράδυ εγυρνούσε του Αυγούστου
που πόρτες έκλεισε βαριά, έλυσε τα σκυλιά
κλέφτης μην έρθει κι έπεσε
για τον δικαίο τον ύπνο.
Δεν άκουσε σκυλί πόρτα να τρίξει
κι απ τον φεγγίτη της σκεπής
τον είδε που γλιστρούσε
άγγελος με το μαχαίρι στα δόντια».
"Αντε σε κλαιν τά δέντρα όλα βρέ Γκαντάρα σε κλαιν και τά κλαριά..."
Από τά ομορφότερα δημοτικά τραγούδια πού γράφτηκαν γιά τον Λήσταρχο που για τους χωρικούς της Ελασσόνας ήταν "Σωτήρας τών Φτωχών".
πηγή: mikrovalto.gr - tovaltino.blogspot.gr
φωτογραφία: Μάνθος Αθανάσιος
Το δίκαιο της «Παρδάλας»
Η ληστεία στη διάρκεια του Μεσοπολέμου, όπως αποτυπώνεται σε εφημερίδες της εποχής και στην περιορισμένη βιβλιογραφία, είχε πάρει για διάφορους λόγους μυθικές διαστάσεις, με κάποιους όπως ο Φώτης Γιαγκούλας ή ο Θωμάς Γκαντάρας, πιο γνωστός ως ο «Μαύρος Λήσταρχος», να αποτελούν σημεία αναφοράς.
Οι περισσότεροι απ’ αυτούς είχαν βγει στο κλαρί, κατά τη δική τους έκφραση, όταν βρέθηκαν αντιμέτωποι με τον νόμο για διάφορα μικροαδικήματα, συνήθως ζωοκλοπές ή πράξεις αντεκδίκησης.
Σε κάποιες φτωχές ορεινές περιοχές, όπως τα Γρεβενά, η παραβατικότητα φαίνεται ότι ενισχυόταν από τις τοπικές αντιλήψεις.
«Συγκεκριμένως, στην περιφέρεια εκείνη, η οποία εξεκόλαψε τον Γιαγκούλαν, τον Μπαμπάνην, τον Ψαλλίδαν και τόσους άλλους, “δεν δίνουν κορίτσι” σε άνθρωπο που δεν έχει στο παθητικό του αξιόποινες πράξεις. Αν δεν είναι κλέφτης, δεν έχει υπόληψη. Η εκδηλωθείσα εις το παρελθόν συνεχής εγκληματικότης και τάσις, (…) απόρροια αμάθειας, αγραμματοσύνης, απανθρωπισμού, ενός φαρμάκου έχει ανάγκην. Εκπαιδεύσεως και μορφώσεως. (…) Είναι τρομερό αυτό που βλέπει κανείς στα δικαστήρια των Γρεβενών. Κατάμεστο κάθε μέρα από φουστανελλοφόρους.
η "παρδάλα" του Γιαγκούλα, (Εγκληματολογικό Μουσείο)
Η ζωοκλοπή και η βλάβη ξένης ιδιοκτησίας εις ημερησίαν διάταξιν. Αφήστε τα μαχαιρώματα και τους καυγάδες», έγραφε, στις 8 Αυγούστου 1925, σε ένα οδοιπορικό στην περιοχή η εφημερίδα «Μακεδονία».
Μέσα από την παρανομία ο κάθε ληστής ανέβαινε στην «ιεραρχία» των συμμοριών και έφτιαχνε τη δική του σπείρα ή αναγνωριζόταν ως αρχηγός μετά τον θάνατο του προηγούμενου λήσταρχου.
Η κάθε συμμορία είχε τη δική της περιοχή, όπου ανέπτυσσε πολύπλευρη δράση και σε συνδυασμό πολλές φορές με την καλλιέργεια ενός προσωπικού μύθου, ο λήσταρχος γινόταν αγαπητός στον απλό κόσμο της επαρχίας ταυτόχρονα όμως, εφαρμοζόταν απαρέγκλιτα ο άγραφος νόμος ότι «ο ληστής σκοτώνει κάθε καταδότη ληστού».
Αυτός ο συνδυασμός εξασφάλιζε στους ληστές τη σιωπή των κατοίκων, ακόμα και όταν βρίσκονταν αντιμέτωποι με βάναυσες ανακριτικές μεθόδους των καταδιωκτικών αποσπασμάτων.
«Οι λήσταρχοι έπαιζαν διαφορετικούς ρόλους. Αλλοτε εμφανίζονταν ως εκδικητές και τιμωροί ανούσιων πράξεων και αδικημένων ανθρώπων κι άλλοτε ως υπερασπιστές πολιτικάντηδων. (…)
Γίνονταν κουμπάροι, νονοί, προίκιζαν φτωχά κι ορφανά κορίτσια ή έβγαζαν από τη δύσκολη θέση τους ανήμπορους και τους πονεμένους δίνοντάς τους μεγάλα χρηματικά ποσά.
η κεφαλή του Γιαγκούλα, (Εγκληματολογικό Μουσείο)
Πολλές φορές χρησιμοποιήθηκαν από το κατεστημένο της πολιτικής ζωής όχι μόνο προς άγραν ψήφων αλλά και για πίεση προς την αντίπαλη πολιτική παράταξη» (Βασίλης Ι. Τζανακάρης, ό.π.).
Μία από τις πιο χαρακτηριστικές πολιτικές πράξεις ήταν η απαγωγή δύο «Καφανταρικών» βουλευτών, των Αλέξανδρου Μελά και Αλέξανδρου Μυλωνά, παραμονές των εκλογών το καλοκαίρι του 1928, από τους ληστές Τάκη και Κώστα Κουμπή.
Οι δεσμοί λήσταρχων και πολιτικών όχι μόνο εξασφάλιζαν στους πρώτους ελαφριές ποινές αλλά και διαμόρφωναν προϋποθέσεις αποδράσεων.
Η «Βραδυνή», σε ένα αποκαλυπτικό ρεπορτάζ που είχε δημοσιευτεί στις 13 Απριλίου 1924, αναφερόταν σε μια απόδραση του Γιαγκούλα γράφοντας τα εξής:
«Κλεισμένος πέρυσι εις τας φυλακάς Παλαμηδίου για διάφορους φόνους τους οποίους είχε κάνει, μετεφέρθη εις Κοζάνην, διά φροντίδων βέβαια των κομματαρχών πατρώνων του διά να δικασθή εις το εκεί πλημμελειοδικείον διά το ξύλο που είχε δώσει σ’ έναν παπά.
Ο τρόπος αυτός, η μεταφορά δηλαδή ενός ληστού δικασθέντος ήδη διά φόνους, εμπρησμούς κ.λπ. και καταδικασμένου πολλάκις εις θάνατον, η μεταφορά εκ των φυλακών του εις την έδραν ενός μακρυνού πλημμελειοδικείου διά να δικασθή διά την κλοπήν φέρ’ ειπείν μιας κότας ή διότι έδειρε όπως ο Γιαγκούλας έναν παπά, είναι ο συνηθέστερος τρόπος τον οποίον κατορθώνουν και θέτουν εις εφαρμογήν οι ισχυροί πολιτικοί πάτρωνες του ληστού -πίσω από κάθε ληστήν είναι και ένας πολιτευόμενος και από τους πλέον γνωστούς μάλιστα- διά να διευκολύνουν κατά την μεταφοράν την δραπέτευσιν του ληστού.
Και ο Γιαγκούλας συνοδευόμενος από δύο χωροφύλακας εδραπέτευσε πέρυσι εις τον Πυργετόν των Τεμπών και κατέφυγε εις την περιφέρειαν της Κατερίνης».
Οι λήσταρχοι δεν είχαν πάντα μεταξύ τους καλές σχέσεις. Για παράδειγμα, λεγόταν ότι ο Μπλαντέμης μιλούσε -άγνωστο γιατί- με περιφρόνηση για τον Γιαγκούλα και φαίνεται πως δεν είχε μεγάλη εμπιστοσύνη στους συντρόφους του, από τους οποίους τελικά βρήκε τον θάνατο.
Ομως και ο Γιαγκούλας ήταν πολύ επιφυλακτικός απέναντι σε άλλες συμμορίες.
Γι’ αυτό όταν δολοφονήθηκαν ο «υπαρχηγός» του Παπαγεωργίου και ο φίλος τους Σκοτίδας, αναζήτησε επαφή με την «άλλη πλέον αξιόπιστη συμμορία της εποχής, αυτή του λήσταρχου Πάντου Μπαμπάνη, που επίσης είχε να επιδείξει πλούσια δράση, κυρίως στην περιοχή του Ολύμπου. Η συνάντηση θα γίνει τον Αύγουστο του ’25 και πρώτη (και τελευταία) ενέργεια της συμμορίας θα είναι η απαγωγή των δύο αγοριών μιας πλούσιας οικογένειας».
Η συμμορία μαζί με τους ομήρους θα καταφύγει σε μια δυσπρόσιτη σπηλιά στη θέση Κόκαλα, ένας κτηνοτρόφος όμως θα προδώσει το καταφύγιο σε ένα επίλεκτο σώμα 27 χωροφυλάκων.
Στις 20 Σεπτεμβρίου 1925 μετά από πολύωρη μάχη, ο Γιαγκούλας και ο Πάντος Μπαμπάνης έπεφταν νεκροί, ενώ αργότερα τους έκοψαν τα κεφάλια, τα οποία εκτέθηκαν στην Κατερίνη.
Σήμερα, το κεφάλι του Γιαγκούλα μαζί με τη μαχαίρα του, την οποία ο ίδιος αποκαλούσε «Παρδάλα», βρίσκονται στο Εγκληματολογικό Μουσείο του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Στη λεπίδα της ο λήσταρχος είχε χαράξει το εξής κείμενο, σε ελεύθερη απόδοση στα νέα ελληνικά:
«Προς όλους.
Επειδή δεν μπορώ να βρω δίκαιο στη Δικαιοσύνη των Ελλήνων, αναγκάστηκα να τονίσω το δίκαιο της Παρδάλας ή Μαχαίρας.
Από τώρα και στο εξής η ύψιστη αυτή λειτουργός της άνανδρης Δικαιοσύνης, η ονομαζόμενη “Παρδάλα”, έχει τον λόγο απέναντι σε όλους τους υπεύθυνους και άπιστους.
Η λειτουργία αυτής της μαχαίρας θα είναι πάντα ειλικρινής και ποτέ δεν θα λησμονήσει τα ιερά της καθήκοντα για την απονομή του δικαίου.
Μάρτιος 1917»
Ο Φώτης Γιαγκούλας χρησιμοποιούσε την Παρδάλα ως μέσο επιβολής και προστασίας, αποτελώντας τον πιστό «σύντροφό» του για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αυτό το μαχαίρι είχε μαζί του σε περιόδους έντασης, όταν αναστάτωνε με τα καμώματά του διάφορα χωριά ή όταν η Χωροφυλακή τον κυνηγούσε θέτοντάς τον στο στόχαστρό της. Την Παρδάλα, όμως, κουβαλούσε μαζί του και όταν σε περιόδους ανάπαυλας και ηρεμίας αποτραβιόταν στα βουνά. Δεν ξενίζει, επομένως, το γεγονός ότι η Παρδάλα αντιμετωπίστηκε από τον ληστή όχι μόνον σαν ένας πολύτιμος αλλά και σαν ένας αξιοσέβαστος «σύντροφος».
Γι’ αυτό, άλλωστε, ο ίδιος ο Γιαγκούλας επέλεξε να «σφραγίσει» με το προσωπικό του στίγμα το όπλο αυτό, ανεξίτηλο δείγμα της παρορμητικής, ιδιόμορφης και φλογερής ιδιοσυγκρασίας του.
Λέγεται ότι ο Φώτης Γιαγκούλας σκότωσε συνολικά πενήντα τέσσερα άτομα, πιθανότατα αρκετά από αυτά με το συγκεκριμένο μαχαίρι. Η Παρδάλα συνόδευσε τον λήσταρχο έως το άδοξο τέλος της ζωής του, την Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 1925, στην Κλεφτόβρυση Ολύμπου. Εκεί σκοτώθηκε σε συμπλοκή με σώμα της Χωροφυλακής.
Μάλιστα, σχετικά με τα όσα ακολούθησαν τον θάνατο του λήσταρχου, διασώζεται η εξής μαρτυρία:
«Ύστερα από το τέλος των τριών λήσταρχων, ένας κτηνοτρόφος, ονόματι Καλαϊτζής, παρακάλεσε το μοίραρχο Πετράκη να αναλάβει το μακάβριο έργο να κόψει αυτός το κεφάλι του Φώτη Γιαγκούλα, και μάλιστα με το ίδιο μαχαίρι με το οποίο, όταν ο λήσταρχος ήταν εν ζωή, κατά τα λεγόμενα του Καλαϊτζή, τον είχε απειλήσει τέσσερις φορές να τον σφάξει. Ο μοίραρχος το αποδέχθηκε, “διότι κανείς άλλος δεν ήθελε να κάνει το έργον του χειρούργου“. Και ο κτηνοτρόφος “όρμησε κατά του άψυχου Γιαγκούλα και τον ήρπασεν από τα μαλλιά. Έσυρε στο κατόπιν το μαχαίρι του ίδιου του λήσταρχου (ένα μικρό ευτελέστατον που κόβουν το ψωμί) και μετ’ ολίγον εχώριζε την κεφαλήν από το σώμα κρατήσας το μαχαίρι ως ενθύμιον αφού του το προσέφερεν ο κ. Πετράκης”».
πηγή: "Εφημερίδα των Συντακτών" - 2017
επιμέλεια: J.Eco
Απόσπασμα - αναδημοσίευση από το βιβλίο του Ιωάννη Μπάλη "Το βιβλίο των επισκεπτών της Μονής Παλαιοκαρυάς της Κρανιάς Ελασσόνας"
Η ΛΗΣΤΕΙΑ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΗΣ ΕΛΑΣΣΟΝΑΣ
Επειδή στις σελίδες του βιβλίου υπάρχουν πολλές αναφορές για την ύπαρξη ένοπλων αστυνομικών και στρατιωτικών αποσπασμάτων, τα οποία διέρχονταν από την μονή, με σκοπό την πάταξη της ληστείας, θεωρώ σκόπιμο να δώσω ορισμένες πληροφορίες για τη ληστεία, η οποία εκείνη την περίοδο του Μεσοπολέμου βρισκόταν σε έξαρση.
Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το γεγονός, ότι στο βιβλίο επισκεπτών της Μονής Παλαιοκαρυάς, υπάρχουν αρκετές εγγραφές που αφορούν τον περιβόητο λήσταρχο Γκαντάρα Θωμά από την Μπισιρτσιά, σημερινή Άκρη Ελασσόνας. Οι γραφείς των ενθυμήσεων, χωρίς να το γνωρίζουν, έγραψαν ιστορία, διότι μας δίνουν με σαφήνεια, πολύτιμες πληροφορίες που αφορούν τον θάνατο του αρχιληστή.
Το φαινόμενο της ληστείας στην Ελλάδα, κατά την περίοδο της οθωμανικής κατοχής, είναι μεγάλο και έχει βαθιές ρίζες. Οι ληστές-κλέφτες συμμετείχαν ενεργά στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα του Έθνους και πολλές φορές, έως το 1912, χρησιμοποιήθηκαν για εθνικούς σκοπούς.
Πριν από το 1881, οπότε ελευθερώθηκε η Θεσσαλία, ο χώρος δράσης των ληστών εκτεινόταν από τις παραμεθόριες περιοχές του τότε ελληνικού κράτους (Φθιώτιδα) έως το εσωτερικό της Ηπείρου και της Θεσσαλίας. Η άμεση γειτνίαση της περιοχής με τις τουρκοκρατούμενες περιοχές της Μακεδονίας και της Ηπείρου μεγιστοποίησε το πρόβλημα, σε συνδυασμό, πάντα, με τον δυσχερή έλεγχο των συνόρων. Το ορεινό της περιοχής ευνοούσε τη δημιουργία και τη δράση ληστρικών ομάδων και η καταδίωξη και εξόντωση των ληστών από τον ελληνικό στρατό, λόγω του δύσβατου εδάφους και της ύπαρξης ισχυρού οθωμανικού στρατού, ήταν δύσκολο έργο. Η δυσκολία εξάλειψης της ληστείας οφειλόταν στο γεγονός ότι οι Οθωμανοί δεν έδειχναν ιδιαίτερο ζήλο και δεν απασχολούσαν τον στρατό τους για την καταδίωξή τους, παρόλο που η παρουσία των ληστών και η δράση τους ήταν πέριξ των ελληνοτουρκικών συνόρων, τα οποία οι ληστές περνούσαν με σχετική ευκολία και πήγαιναν από την μία στην άλλη πλευρά της μεθορίου.
Ειδικότερα, η Βόρεια Θεσσαλία, μετά την απελευθέρωση (1912) και την ένωσή της με το ελληνικό κράτος, βρέθηκε αντιμέτωπη με το οξυμένο πρόβλημα της ληστείας. Το φαινόμενο της ληστείας στις επαρχίες Ελασσόνας και Γρεβενών γνώρισε μεγάλη άνθηση, διότι υπήρχε μεγάλος αριθμός νομάδων κτηνοτρόφων (Σαρακατσαναίων και Βλάχων), οι οποίοι οδηγούσαν τα μεγάλα κοπάδια τους, από τις εύφορες πεδιάδες της Θεσσαλίας προς τα ορεινά και το αντίστροφο. Η ύπαρξη της περίφημης Βλαχόστρατας, που ήταν το κύριο πέρασμα των μεγάλων κοπαδιών από τα πεδινά στα ορεινά βοσκοτόπια της Σαμαρίνας και των άλλων βλαχοχωριών και τανάπαλιν, αποτελούσε από μόνη της δέλεαρ και μία από τις κύριες αιτίες ύπαρξης και δράσης των ληστών, διότι οι χρήστες της είχαν μεγάλο και ποικίλο ζωικό κεφάλαιο και πλούτο. Τους μετακινούμενους αυτούς κτηνοτρόφους ζημίωναν με μικροκλεψιές ζώων και απλοί Κρανιώτες, αφού η παράδοση της κλεψιάς ήταν ριζωμένη, σύμφωνα με αφηγήσεις των ίδιων.
Η ζωοκλοπή, ως πράξη και συνήθεια, δεν αποσκοπούσε μόνο στην απόκτηση τροφής και μάλιστα ποιοτικής και σπάνιας, όπως ήταν το κρέας, αλλά αποτελούσε ταυτόχρονα ένα δείγμα ευφυούς ικανότητας και ανάδειξης του ανδρισμού, συγχέοντας στη συνείδησή τους, το όνομα κλέφτης, ως κατάλοιπο του ηρωισμού.
Τα αναφερόμενα στην έκθεση, την οποία υπέβαλλε ο τοποτηρητής της Μητρόπολης Ελασσόνας Αδραμερίου Ιωακείμ, στο Εκκλησιαστικό Ιερατικό Συμβούλιο, στις 12 Ιανουαρίου 1920, είναι εξόχως κατατοπιστικά: «Διαβιβάζω…τον απολογισμόν…της Ιεράς Μονής Γιαννωτάς…1) Το μόνον τσιφλίκιον της Μονής ταύτης ονόματι Μπισια[ρ]τσά εκ 15 οικογενειών αποτελούμενον…4-5 οικογένειαι έχουν εκτοπισθεί επί υποθάλψει ληστών εκ του αυτού χωρίου καταγομένων, άλλοι έχουν φυλακισθή, άλλοι ζώσιν βίον ληστρικόν. 2) Η Μονή αύτη υφίσταται πολλαπλάς πιέσεις. Ωσεί μη ήρκουν αι καθημεριναί φιλοξενίαι των αποσπασμάτων και αι αφαιμάξεις των ληστών με την δημιουργηθείσαν κατά τα τελευταία έτη θλιβεράν κατάστασιν… Ούτω η Μονή εστερήθη και των αγρών αυτής και τα αιγοπρόβατά της δεν δύναται να βοσκήση. Αλλά και τι είνε δυνατόν ακινδύνως να πράξωσι εις τόπον όπου αι δολοφονίαι είνε συχναί, όπου με 3 ή 4 χωροφύλακας δύναται τις να οδεύη και πάλιν μετά φόβου, όπου η ζωή του ανθρώπου δεν αξίζει πλέον του κτήνους; Μήπως και η Μονή Παλαιοκαρυάς[1] δεν πάσχει τα αυτά καίτοι ο ηγούμενός της είνε και νέος και δραστήριος και τολμηρός; Μόνο η λήξις της εμπολέμου καταστάσεως και εσωτερική αναδιοργάνωσις θέλει φέρη την θεραπείαν».
Ο Ηλίας Λαμπρέτσας αναφέρει ότι ο τοπικός Τύπος της εποχής εκείνης και ιδιαίτερα η εφημερίδα Ηχώ της Μακεδονίας (7.9.1924) δημοσίευε πολλά άρθρα σχετικά με το μεγάλο θέμα της εποχής: «Tα Xάσια είναι κλεπτοχώρια. Θεωρούνται ως κρυσφήγια των ληστών λόγω του εδάφους και των απεράντων δασικών εκτάσεων αίτινες περιβάλλουν αυτά».[2] «Οι τρομεροί λήσταρχοι, όπως οι Bασιλάδες από την Kρανιά Ελασσόνας, ο Θωμάς Γκαντάρας από τη Mπισιρτσιά, ο Kατσέλης Bαγγέλης από την Eλάτη, ο Tσιάμης Γιάννης από το Λιβαδερό, οι Παπαγεωργίου Περικλής και Λιανοκάπης από το Λουτρό, οι Παπαθεοδώρου, Γκανάτσιας, Mακρής και Γιανγκούλας από τον Mεταξά, οι Kουτσίλας από την Tσαπουρνιά, Μπλαντέμης, Μπαμπάνης, Τράντας, Τζατζάς, Φουρτούνας, Καραλής, Βελόνας, Σπαθούλας, Λόλας κ.ά, είχαν στήσει τα λημέρια τους σε απρόσιτες τοποθεσίες και τρομοκρατούσαν, βασάνιζαν, λήστευαν και σκότωναν τους κατοίκους των χωριών της περιοχής μας. Απαγωγές και λύτρα, ήταν καθημερινό φαινόμενο».[3]
Οι γεωργοκτηνοτρόφοι φυσικό ήταν να είναι πιο πολύ εκτεθειμένοι στον κίνδυνο, λόγω των συνθηκών ζωής και εργασίας τους στην ύπαιθρο. Οι άγριοι ληστές πήγαιναν στα μαντριά τους για τροφή, ρούχα και λεφτά. Οι περισσότεροι από τους κτηνοτρόφους, χωρίς να το θέλουν, αναγκάζονταν, για ευνόητους λόγους, να προσφέρουν τροφή και στέγη στους ληστές. Γι’ αυτό, πολλοί από αυτούς γίνονταν ληστοτρόφοι. Όσοι δεν υπέκυπταν στις απαιτήσεις τους έβαζαν σε κίνδυνο το βιός τους και την ίδια τους τη ζωή. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να βρίσκονται σε δύσκολη κατάσταση, διότι από την μία αναγκάζονταν να συνεργάζονται με τους ληστές και από την άλλη ήταν εκτεθειμένοι στα αποσπάσματα, διότι, σύμφωνα με τον Νόμο, μπορούσαν να κυνηγούν και να τιμωρήσουν και τους τροφοδότες των ληστών, εκτοπίζοντάς τους με τις οικογένειές τους σε μακρινά μέρη της χώρας.
Ηχώ στις 30.9.1928 ανέφερε τα εξής: «Ο περί ληστείας νόμος προέβλεψεν την σκληράν ποινήν της εκτοπίσεως των περιθαλπτών και συγγενών των ληστών. Διά της εφαρμογής της διατάξεως ταύτης προβλέπεται η στέρησις παντός ερείσματος των ληστών και συνεπώς η εξόντωσις της ληστείας».[4] Οι μεγαλοκτηνοτρόφοι, εκτός από την εκούσια παροχή τροφής και ρουχισμού, εξαναγκάζονταν να πληρώνουν μεγάλα χρηματικά ποσά, για να γλιτώσουν τη ζωή τους και τη ζωή των μελών των οικογενειών τους. Ηχώ 12.8.1923: «Ο φονευθείς Καντάρας είχε προ δεκαπέντε ημερών συλλάβει τον εκ Κρανιάς Ιωάννην Γκουντούραν και επέδωκε αυτώ περί τας 15 επιστολάς απευθυνομένας εις διαφόρους κτηνοτρόφους Κρανιάς παρ’ ων εζήτει ανά 15.000 δραχμάς (…)». Στο ίδιο φύλλο, αναφέρεται ότι ο λήσταρχος Περικλής έστειλε επιστολές στο Λουτρό, ζητώντας 30.000 δραχμές.[5]
Το φαινόμενο της ληστοκρατίας ταλαιπώρησε την Ελλάδα μέχρι τα μέσα, περίπου, της δεκαετίας του 1930, οπότε και εξαλείφτηκε εντελώς. Τότε μπόρεσαν οι κάτοικοι των επαρχιών να ασχοληθούν με ηρεμία και απερίσπαστοι με τις εργασίες τους στην ύπαιθρο.
Μία πολύ αξιόλογη και σημαντική πληροφορία που μας δίνει με σαφήνεια το όνομα του εκτελεστή του ληστή Θωμά Γκαντάρα τη λέει ένας από τους επικεφαλής των καταδιωκτικών αποσπασμάτων και μάλιστα μετά από 4 ημέρες τη κάνει πολύ αξιόπιστη.
«Ο θάνατός του το 1923 λίγο μετά τη φωτογράφισή του, υπήρξε ένα μυστήριο που δεν λύθηκε ακόμα. Άλλοι λένε πως τον σκότωσε το ίδιο του το πρωτοπαλλήκαρο, ο Περικλής Παπαγεωργίου…, και άλλοι (Θεόδω-ρος Νημάς) πως σκοτώθηκε στη θέση Οξυά της Δεσκάτης, κοντά στο χωριό Μαυρέλι, στις αρχές Αυγούστου του 1923, από έναν Μαυρελίτη κυνηγό, τον Γεώργιο Σιακαβάρα. Η δεύτερη εκδοχή είναι πιο κοντά στην πραγματικότητα…Άλλες πληροφορίες ήθελαν τον λήσταρχο να τον σκοτώνει ο Γιώργος Ράμμος και να παίρνει το ποσό της επικήρυξης, που ήταν 1.200.000 δραχμές. Ο Γιώργος Ράμμος ήταν αδελφός του πρώην ληστή και αργότερα χωροφύλακα Χρήστου Ράμμου, που αμνηστεύτηκε το 1929».
Βλ. Βασίλης Ι. Τζανακάρης, ό.π., σ. 33.
«Ο φόνος του Καντάρα. Την πρωίαν της χθες ελήφθη τηλεγράφημα εκ Καλαμπάκας προς την ενταύθα Δι-οίκησιν χωροφυλακής αναφέρον, ότι υπολ/γός Χριστέας διοικών απόσπασμα συνεπλάκη μετά της ληστοσυμμορίας Καντάρα εις θέσι ξηρολίμνη μεταξύ Μαυρελίου και Παληοκρανιάς. Αποτέλεσμα της συμπλοκής υπήρξεν ο φόνος του περιβοήτου ληστάρχου Καντάρα, του οποίου η κεφαλή απεστάλη εις Καλαμπάκα, και ο τραυματισμός του συμμορίτου Παπαγεωργίου και ενός χωροφύλακος του σταθμού Μαυρελίου. Νεώτερον όμως τηλεγράφημα εκ Καλαμπάκας του ενταύθα Διοικητού της Χωροφυλακής, κ. Οικονομίδου μεταβάντος επί τούτω εκεί, προς την εδώ Διοίκ. Χωροφυλ. Εισαγγελέα και Νομάρχην αναφέρει, ότι την μεσημβρίαν της χθες (Κυριακήν) μικτόν απόσπασμα χωροφυλάκων και ευζώνων, υπό την διοίκησιν του υπολ/γού Χριστέα, συνεπλάκη μεταξύ χωρίων Αχελινάδος και Παληοκρανιάς του Δήμου Τυμφαίων της Καλαμπάκας μετά της συμμορίας Καντάρα και ότι αποτέλεσμα της συμπλοκής υπήρξε ο φόνος του αρχιληστού Καντάρα και ο τραυματισμός ετέρου ληστοσυμμορίτου Παπαγεωργίου διαφυγόντος και εις ανεύρεσιν του οποίου καταγίνεται το ανωτέρω απόσπασμα. Η κεφαλή του Καντάρα εκομίσθη εις Καλαμπάκαν και εξετέθη εις κοινήν θέαν. Κατά την συμπλοκήν ετραυματίσθη υπό του ιδίου Καντάρα ουχί επικινδύνως και ο χωροφύλαξ Αλμπάνης Κων/τίνος ούτινος διετάχθη η ενταύθα μεταφορά. Πιθανόν σήμερον να μεταφερθή ενταύθα η κεφαλή του φονευθέντος αρχιληστού Καντάρα».
Βλ. Θάρρος, αρ. γ. 4159, Τρίκαλα 7 Αυγούστου 1923.
Στο δημοσίευμα γίνεται σύγχυση της Παλιοκρανιάς Καλαμπάκας, η οποία βρίσκεται στο αντίθετο άκρο, απέχοντας πολλά χιλιόμετρα από τον χώρο του συμβάντος, με την Παλιοκαρυά. Τα χωριά Αχελινάδα και Μαυρέλι γειτνιάζουν με το δάσος της Οξυάς, του οποίου ένα μέρος ανήκει στον Νομό των Τρικάλων.
Για την ιστορία, αξίζει να αναφερθεί ότι στην Οξυά υπάρχει σχετικό τοπωνύμιο «στ’ Γκαντάρα τ’ Βρύση», επειδή στη θέση αυτή λημέριαζε ο Γκαντάρας.
«ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ΤΡΙΚΚΑΛΩΝ. Εις την αστυνομικήν Διεύθυνσιν Τρικκάλων υπάγεται και η αστυνομική Υποδιεύθυνσις Καλαμπάκας, Αστυνομικός δε υποδιευθυντής Καλαμπάκας είναι ο ανθυπομοίραρχος κ. Γερ. Καραμπέτσος. Εγεννήθη εν Μεντζένη του Δήμου Φαρών της επαρχίας Πατρών. Μετά τας σπουδάς του κατετάχθη εν τω Στρατώ ως κληρωτός. Τω 1906 προήχθη εις ανθυπομοίραρχον…Τω 1907 μετετέθη εις Καλαμπάκα όπου μετά τινας μήνας ανεφάνησαν ληστοσυμμορίαι τας οποίας ο κ. Καραμπέτσος κατεδίωξε μετά πρωτοφανούς φιλοτιμίας και γενναιότητος ριψοκινδυνεύσας επανειλημμένως την ζωήν του κατορθώσας να απομακρύνη ταύτας και να καταστή το φόβητρόν των, καίτοι αι συμμορίαι αύται ωρμώντο εκ Κραναίας του Οθωμανικού όπου το άσυλόν των και διετέλουν υπό την προστασίαν του προπαγανδιστού Ρουμούνου Τσακμά και απετελείτο εκάστη εξ αυτών εκ 10 περίπου ατόμων. Ο κ. Καραμπέτσος ένεκεν των ανωτέρω προτερημάτων είναι αγαπητότατος εις τους κατοίκους της Καλαμπάκας οίτινες τον θεωρούν ως τον μόνον προστάτην της ζωής των και της περιουσίας των».
Βλ. Παν. Ν. Μπουρίκος, Η Χωροφυλακή εν Ελλάδι, Αθήναι 1910, 77-78.
Εφημερίδα Θεσσαλία 7/8/1923
Μέλη Αποσμάτων Καταδιώξεως
Οπλαρχηγός Ιωάννης Καραβίτης
Νικόλαος Γκουνέλας - Κωσταντίνος Φακής
2ον Τάγμα εθελοντών , 13ος Λόχος Σώμα Ιωάννου Καραβίτη
ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΩΝ ΕΠΙΣΚΕΠΤΩΝ
Αποσπάσματα καταδιώξεως διέρχονται της Μονής Παλαιοκαρυάς και υπογράφουν το βιβλίο των επισκεπτών της Μονής
-- Ο υπογεγραμένος Χωροφύλαξ Σκουρογιάννης Ιωάννης ων Διοι/τής του Αστυνομικού Σταθμού Κρανιάς[7] εξήλθον μετά των υπ’ εμέ ανδρών προς εκτέλεσιν υπηρεσιών και καταδίωξιν Λυποτακτών, αν και διήλθον εκ της Ιεράς μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος και πανηγυρίζον σήμερον την μεταμόρφωσιν του Σωτήρος και εφηλοξενήθην παρά του ηγουμένου και του προσωπικού επί δύο ημέρας και εκφράζομεν τας ευχαριστίας αυτών.
Εν Ιερά μονή Παλαιοκαριάς τη 6ην Αυγούστου 1922
-- Διερχόμενος σήμερον μετά του αποσπάσματός μου εκ είκοσι ανδρών προς καταδιώξιν της ληστοσυμμορίας Καντάρα εκφράζω τις ευχαριστίες μου εις το προσωπικόν της Ιεράς Μονής ταύτης διά την περιποίησίν των.
-- Χωροφύλαξ της Καταδιώξεως της υπομοιραρχίας ελασσώνος εφίχθην σήμερον εν τη ιερά Μονή παλιακαργιάς όπος εύρουμεν το απόσπασμα του Αν/χου Παπακωνσταντίνου όπος δόσουμεν έγγραφον προς καταδίωξιν τη λιστοσιμορίας Γκατάρα και απελευθέροσιν τον σκλάβον Ζήση Ταμάνη[16] όπου έχει πάρη ο Λιστής Γκατάρας. Και όπο μίναμε δύο ημέραι εις την Μονίν Παλιοκαργιάς περάσαμε ευχάριστα. Και σήμερον Αναχόρου διά την Ιερά Μονί Αναλίψεως[17] ούπου σηναντίσουμε τον Αντησυνταγματάρχη Καραπέτζιον.[18]
Εν Ιερά Μονί Παλιοκαργίας τη 6-8-23
Περιοδέυον Χωροφύλαξ Τη ελασσώνα Σαρρής Καταγόμενος εκ του χωρίον Ευξεινοπόλεος του Δήμου Αλμυρού του Νομού Λαρίσσης έφεδρος Ναυτοχωροφύλαξ Ιωάννης Σαρρής της κλάσεως 1921 κατατάχθη εις το σόμα τη Χωροφύλαξ έτος 1921 ημέραν Πέμπτη του Μηνός Φεβρουαρίου.
-- Ο υπογεγραμμένος Ανθυπομοίραρχος Σταυρίδης Γεώργιος εκ Δροβιάνης της Βορείου Ηπείρου ως αναμνηστικήν δέλτον της εκ της Ιεράς ταύτης Μονής διελεύσεως μου σήμερον την 9ην Αυγούστου 1923 επί τω χαρμοσύνω γεγονότι του δύωρον της μονής ταύτης μακράν γενομένου φόνου του περιβοήτου ληστάρχου Θωμά Καντάρα την 5ην τρέχοντος μην. εις θέσιν ξερόλιμνη[19] υπό του χωρ/κος Αλμπάνη Κων/τίνου.[20] συνεχ. την καταδίωξιν των λοιπών ληστών της συμμορίας ταύτης[21] προς απελευθέρωσίν του εις τα πέριξ της Μονής δάση απαχθέντος Ζήση Νταμάνη εκ χωρίου Μαγούλα, ανακαλύψας το κρυσφήγετον των ληστών και απελευθερώσας κατόπιν απελπιστικής καταδιώξεως και αποπλανήσεως, ιδίως εις το δάσος Φλάμπουρο,[22] Καφ-φέ,[23] Ξερόλιμνη, Περιβολάκι,[24] και Παλιολάπατα,[25] δύο ίππους του ανωτέρω απαχθέντος εθεώρησα καλόν να σημειώσω τας γραμμάς ταύτας. Καίτοι επεθύμον να παραμείνω επί πολλάς ημέρας εν τη μονή ταύτη εις ην επί μακράν ετών ο θείος μου Νικόλαος Μπαξεβάνος υπηρέτησε εις πλείστα αγαθοεργά έργα αφιερούτε, εντούτοις, λόγω επειγούσης υπηρεσιακής ανάγκης, απέρχομαι εις ελασσώνα παραμείνας μόνον επί δύωρον ενταύθα δι’ ο ικετεύω τον Πανάγαθον θεόν να με αξιώση όπως αύθυς δυνηθώ να επισκεφθώ τον ιερόν τούτον τόπον, και πάντοτε με τοιαύτα κοινωφελή γεγονότα. Εν τέλη θεωρώ καθήκον μου να ευχαριστήσω τον νέον ηγούμενον της Μονής ταύτης αιδεσιμώτατον Δανιήλ Τσιτούραν,100 κ.λ.π. προσωπικόν καλογήρων, κ.λ.π. οίτινες μοι εφιλοξένησαν πρεπόντως, προσφέραντές με έν ωραίο μέλι το οποίον αυτήν την στιγμήν εσύναξεν εκ των κυψελών.
Γ. Σταυρίδης
ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Συνέπεια όλων των πληροφοριών, των γεγονότων που αναφέρονται στις εγγραφές-ενθυμήσεις και σε συνάρτηση με τα δημοσιεύματα των εφημερίδων της εποχής, μπορούμε με ασφάλεια και τεκμηριωμένα, για το συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός, να δώσουμε ένα τέλος στον μύθο που υπάρχει γύρω από τις συνθήκες και τα πρόσωπα που εμπλέκονται στον θάνατο του λήσταρχου Θωμά Γκαντάρα. Με βεβαιότητα λέμε ότι, ο λήσταρχος Θωμάς Γκαντάρας, στις 5 Αυγούστου του 1923, ημέρα Κυριακή, καταδιωκόμενος από μικτό απόσπασμα χωροφυλακής και ευζώνων, με επικεφαλής τον υπολοχαγό του πεζικού Χριστέα, ήρθαν σε αιματηρή συμπλοκή μεταξύ τους, στη θέση Ξηρολίμνη του δάσους της Οξυάς, που βρίσκεται στην περιοχή της Κρανιάς Ελασσόνας, σκοτώθηκε από τον χωροφύλακα Κωνσταντίνο Αλμπάνη, ο οποίος τραυματίστηκε ελαφρά από τον ληστή. Μετά το τέλος της συμπλοκής, απελευθερώθηκε ο ιδιώτης Ζήσης Νταμάνης από την Μαγούλα της Ελασσόνας, ο οποίος ήταν όμηρος της συμμορίας Γκαντάρα. Ο σύντροφός του, που ήταν μαζί του, ληστής Περικλής Παπαγεωργίου από το γειτονικό Λουτρό, τράπηκε σε φυγή και διέφυγε τη σύλληψη. Το ποσό της επικήρυξης για τον θάνατό του, τον Μάιο του 1922, ήταν 20.000 δραχμές.
πηγή: kraneaelassonas.blogspot.com
απόσπασμα - αναδημοσίευση
"Αθανάσιος Μάνθος", ταινία μικρού μήκους του Βασίλη Κοσμόπουλου.
28ο Φεστιβάλ Ταινιών μικρού μήκους Δράμας 2005
Β' Βραβείο Καλύτερης Ταινίας Μυθοπλασίας,
Διάκριση «Κίνητρο» Ε.Κ.Κ.
Τιμητική Διάκριση Ενδυματολογίας
Τιμητική Διάκριση Σκηνογραφίας.
Ειδικό Βραβείο Ποιότητας Ταινίας μικρού μήκους 2005 ΥΠΠΟ.
"Μια φωτογραφία δεν είναι κατ' ανάγκη ψέμα, αλλά ούτε και αλήθει…
About J.Eco
Το aspromavro είναι μια αναζήτηση στην ελληνική και διεθνή ιστορία της Φωτογραφίας μέσα από άρθρα, παρουσιάσεις και αφιερώματα. 'Ενα προσωπικό σημειωματάριο για τη Φωτογραφία από το 1998.